|
Κ.Ι.: 10.6.96. Είμαστε στο σπίτι της κας Ρήνας
Κατσελλή στην προσφυγιά και θα συνομιλήσουμε για τον Κυριάκο Μάτση,
τον οποίο γνώρισε και είχε μια άμεση σχέση μαζί του. Κυρία Κατσελλή,
πότε πρωτογνωρίσατε τον Κυριάκο;
Ρ.Κ.: Εγώ πήγα να σπουδάσω στην Αθήνα το 1956. Εκείνο τον
καιρό το αγρόκτημα του πατέρα μου εχρησιμοποιείτο από τις ομάδες
της ΕΟΚΑ για διάφορες επιχειρήσεις. Ήταν μεγάλο και αρκετά βολικό.
Κ.Ι.: Σε ποια περιοχή;
Ρ.Κ.: Κοντά στη Μητρόπολη, έξω από την Κερύνεια. Φυσικά,
όταν εξαπλώθηκε η Κερύνεια, το έφθασε και το ξεπέρασε, αλλά την
εποχή εκείνη ήταν έξω από την πόλη. Ήταν στην οδό Λαυρεντίου 14.
Ήταν ένα κτήμα περίπου 30 σκάλες, με 32 δωμάτια, στάβλους, ελαιοτριβείο,
κοτέτσια, είχε αγελάδες κι άλλα ζώα. Κυρίως αγελάδες. Όταν έφυγα
το Σεπτέμβρη, μόλις είχε διοργανωθεί η ομάδα της Κερύνειας, που
είχε κάνει τη μεγάλη επίθεση στον αστυνομικό σταθμό Κερύνειας. Και
όλοι μαζεύτηκαν εκεί. Τότε, καταζητούμενος τομεάρχης ήταν ο Θάσος
Σοφοκλέους. Όταν πήγα στην Αθήνα, μετάνοιωσα ουσιαστικά που πήγα,
διότι ήθελα να ήμουν ενεργό μέλος στον αγώνα της ΕΟΚΑ. Εκεί, ανάμεσα
σ' άλλους, συνάντησα και τον Ανδρέα Αζίνα. Είχαν διευθετήσει να
κάνω μια μικρή εξάσκηση στα όπλα όταν τους είπα ότι ήθελα να πάω
πίσω για να συνεχίσω τη δράση στον Αγώνα.
Κ.Ι.: Ήσασταν ήδη στην ΕΟΚΑ.
Ρ.Κ.: Ναί. Το σπίτι μας εχρησιμοποιείτο από τον Αγώνα και
από το Θάσο Σοφοκλέους, ώς τομεάρχη καταζητούμενο. Έκαμα μια μικρή
εξάσκηση στα όπλα με συνοδό τον Παπαφώτη, αδελφό του Φώτη Παπαφώτη.
Εξάσκηση όλο το φθινόπωρο και το Γενάρη. Για τη βασική εκπαίδευση
πήγα 1-2 μέρες στα Μέγαρα, σε στρατόπεδο όπου έκαμα βολή, έριξα
χειροβομβίδα. Είχα πάρει προηγουμένως θεωρητικά μαθήματα από διάφορους
στρατιωτικούς. Γύρισα στην Κύπρο γύρω στο Γενάρη - Φλεβάρητου 1957.
Ήμουνα σίγουρη ότι θα μου ζητούσαν να επανασυνδεθώ. Πραγματικά,
λίγες μέρες μετά την άφιξή μου, ήρθε ο Κώστας Καραγιάννης και μου
έφερε μήνυμα, γιατί, στο μεταξύ, είχε συλληφθεί ο Θάσος Σοφοκλέους.
Τομεάρχης της Κερύνειας ήταν κάποιος "Νίκος", που δεν
ήταν άλλος από τον Κυριάκο Μάτση. Κάναμε τις πρώτες συναντήσεις
στο σπίτι του Χρήστου Μουρούζη, που ήταν τότε καθηγητής στην Κερύνεια.
Άρχισα να συμμετέχω στη δράση με μεταφορές όπλων, επιστολών κ.α.
Κ.Ι.: Καταλάβατε ότι επρόκειτο για τον Κυριάκο Μάτση;
Ρ.Κ.: Όχι. Ήταν απλώς ο κ. Νίκος, καταζητούμενος τομεάρχης
της επαρχίας Κερύνειας. Δεν ζητούσαμε περισσότερες πληροφορίες εκείνο
τον καιρό.
Μ' έστειλε σε μια αποστολή. Ήθελε να γίνει ένα κρησφύγετο στον Άγιο
Γεώργιο, όπου είχα γνωστούς. Δεν πέτυχε. Δεν δέχτηκαν οι άνθρωποι,
αλλά οπωσδήποτε το αγρόκτημά μας άρχισε και πάλι να γίνεται σημείο
αναφοράς. Δηλαδή, εκεί ερχόταν, έβλεπε κόσμο και από εκεί ξανάφευγε.
Ήταν, όπως είπα, έξω από την Κερύνεια και μπορούσαν να τον πάρουν
στο Κάρμι, Τριμίθι, ή και Μπέλλαπαϊς.
Σε λίγους μήνες είχαν γίνει μεγάλες συλλήψεις. Εκείνο τόν καιρό
κατασκευάστηκε ένα κρησφύγετο στο σπίτι του Νίκου και της Ελένης
Καρεφυλλίδου. Η Ελένη ήταν πρώτη μου ξαδέλφη. Ήταν βόρεια του κτήματός
μας αλλά μπορούσαμε να πάμε στης Ελένης μέσα από τα χωράφια του
αγροκτήματος. Αυτό το κρησφύγετο, εκτός από τους ιδιοκτήτες, μόνο
εγώ το γνώριζα. Ο Κυριάκος έμενε εκεί όταν ήταν στην Κερύνεια. Υπήρχε
η κρεβατοκάμαρα φυσικά, αλλά είχε κτιστεί ένα κρησφύγετο σε περίπτωση
ανάγκης. Σημειώστε ότι επρόκειτο για διπλοκατοικία και στο άλλο
μέρος της διπλοκατοικίας έμενε ένα ζεύγος Άγγλων στρατιωτικών. Η
κάλυψη ήταν πλήρης.
Επίσης εγώ έκανα διανομή γάλα, με το ποδήλατο, κάθε μέρα στην Κερύνεια.
Έτσι κυκλοφορούσα, έπαιρνα επιστολές από παντού και τις έφερνα στον
Κυριάκο, όταν έμενε στο νέο σπίτι του Ανδρέα και της Ελένης Καρεφυλλίδη.
Επίσης, σ' ένα διπλανό σπίτι, στου Καλυβίτη, είχα μια, σχεδόν συνομήλική
μου, την Ειρηνούλα Καλυβίτη και σ' ένα μικρό δωματιάκι, όπου βρισκόταν
η μηχανή του νερού κι ένας λάκκος τυπώναμε φυλλάδια, τα οποία και
σκορπίζαμε μετά στην εκκλησία. Πολύ γρήγορα φέραμε τον πολυγράφο
στου Καρεφυλλίδη, γιατί είχαν γίνει μαζικές συλλήψεις. Τώρα δακτυλογραφούσα
κιόλας, γιατί ήξερα δακτυλογραφία. Πάνω από τους στάβλους υπήρχαν
2 καμαρούλες, το έλεγαν υπερώο. Εκεί είχα το γραφείο μου. Ήταν απομονωμένο,
έξω από το σπίτι. Εκεί ερχόταν ο Κυριάκος κι έμενε στο γραφείο πάνω,
όπου υπήρχαν και τα βασικά. Αυτό όταν ήταν ήσυχοι καιροί και δεν
είχαμε πληροφορίες για έρευνες. Συνέχισα έτσι μέχρι την εποχή των
μεγάλων συλλήψεων.
Κ.Ι.: Σας συνέλαβαν;
Ρ.Κ.: Με συνέλαβαν.
Κ.Ι.: Θυμάστε πότε;
Ρ.Κ.: Το καλοκαίρι του 1958.
Κ.Ι.: Υπήρξε προδοσία;
Ρ.Κ.: Όχι. Συνέλαβαν πάρα πολλούς. Ήταν το μεγάλο ανθρωπομάζωμα.
Έμεινα στη φυλακή ένα μήνα περίπου. Ευτυχώς, δεν βρήκαν τίποτα,
δηλαδή δεν έκαναν έρευνα σπίτι μου, διότι αν έκαναν, στο αγρόκτημα
ήταν διάσπαρτα διάφορα ενοχοποιητικά πράγματα, η γραφομηχανή, φυλλάδια,
νίτρο της Χιλής, Βέβαια το νίτρο χρησιμοποιείται και στις φόρμες,
έτσι είχαμε κάποια κάλυψη. Εκεί κάναμε και βόμβες.
Κ.Ι.: Πόσο συχνά βλέπατε τον Κυριάκο;
Ρ.Κ.: Πρός το τέλος, όταν ήταν και η εκεχειρία, έμενε κοντά
μας αρκετά. Μετά την απελευθέρωσή μου, νομίζω στις 18 Αυγούστου
και μέχρι τις 2 του Νιόβρη που έφυγε από την Κερύνεια, τον έβλεπα
καθημερινά. Εκείνο τον καιρό δεν είχε τίποτε να κάνει και αρχίσαμε
φιλολογικές συζητήσεις. Μου έδειχνε τα ποιήματά του, του έδειχνα
τα δικά μου. Γι' αυτό πριν φύγει στις 2 του Νιόβρη από το σπίτι
μου για να πάει στο Μπέλλαπαϊς και μετά στο Δίκωμο, μου είπε: "Θα
τα κάψω όλα αυτά, είναι επικίνδυνο να υπάρχουν". Του είπα:
"Όχι, να μην τα κάψεις. Δώσε μου τα". Τελικά μου έδωσε
τα τελευταία του ποιήματα και τα τελευταία του χειρόγραφα με στοχασμούς.
Κ.Ι.: Είναι αυτά που βάλατε στο βιβλίο σας Γνώμες ταπεινής
γνώσης;
Ρ.Κ.: Είναι αυτά και κάτι περισσότερο. Τα πιο βασικά είναι
αυτά, μεταξύ των οποίων και το κείμενο: "Όλοι πιστεύουμε ότι
έχουμε δίκαιο", που είναι πάρα πολύ καλό. Μου είχε αφιερώσει
κι ένα ποίημα που, από μετριοφροσύνη, δεν είπα ότι ήταν αφιερωμένο
σε μένα.
Κ.Ι.: Ποιο ποίημα;
Ρ.Κ.: Είναι το: "Χαρά σε σέ". Είναι στη σελίδα
53 του Γνώμες ταπεινής γνώσης. Μπορώ να πω ότι το ποίημα αυτό σημάδεψε
τη ζωή μου, γιατί σε κάθε δυσκολία, έλεγα πως έπρεπε να την ξεπεράσω.
Κ.Ι.: Όπως το γράφει ο Κυριάκος.
Ρ.Κ.: Ναι. Κι αυτό το πάθος για την ελευθερία. Επίσης πρέπει
να πω ότι εκείνο τον καιρό, μετά που είχε περάσει τρομερά βασανιστήρια
κατά τη σύλληψή του, ήταν πολύ πονεμένος, αλλά και αποφασισμένος
να μην ξαναϋποστεί την ταπείνωση των βασανιστηρίων. Μου έλεγε κι
εμένα: "Εάν είναι να συλληφθείς, καλύτερα να μην συλληφθείς,
ή να φύγεις ή να σκοτωθείς, παρά να σου κάμουν βασανιστήρια οι Άγγλοι".
Και με είχε πείσει ότι έτσι έπρεπε να κάνουμε. Είχε αποφασίσει να
μην ξανασυλληφθεί κι ότι αν βρισκόταν σε δύσκολη θέση θα θυσιαζόταν.
Κ.Ι.: Λίγες μέρες μετά;
Ρ.Κ.: Φάνηκε όταν ακούσαμε από το ραδιόφωνο τη θυσία των
παλληκαριών του Λιοπετρίου. Έγραψε ένα ποίημα στο οποίο φανερώνει
ότι κι εκείνος θ'ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο. "Δώσατε στ' όνειρο
φτερά άτρομα παλληκάρια". Και μου είπε ότι αν βρεθεί σε δύσκολη
θέση, θα σκοτωθεί, θα θυσιαστεί, δεν θα παραδοθεί. Αλλά ήταν φανερό
πως είχε κάποια προαίσθηση. Έτσι όλα του τα τελευταία ποιήματα έχουν
αυτή
την προαίσθηση, όπως το παράξενο μίλημα των λουλουδιών σ' ένα τάφο.
Αυτά μου έδωσε πριν φύγει την τελευταία μέρα.
Κ.Ι.: Ήταν σχεδόν παραθανάτιες εμπειρίες.
Ρ.Κ.: Ναι. Ήταν σχεδόν σίγουρος. Ήταν ο μέλλων σύζυγός
μου, ο Στέλιος Κατσελλής - εκείνο το καιρό ήταν απλώς συναγωνιστή
ς μου - που τον πήρε από το σπίτι μου. Τον πήραν από το αγρόκτημα
της Λαυρεντίου14, και μαζί με ένα ακόμα καταζητούμενο από το Κάρμι,
τον πήγαν στο Μπέλλαπαϊς. Αργότερα, όπως μου είπε ο Στέλιος Κατσελλής,
πήγε μια μέρα στο Δίκωμο και τον είδε, πριν από τη θυσία.
Κ.Ι.: Κα Κατσελλή, σ' όλους τους διαλόγους που
είχατε για την πατρίδα, τί έλεγε ο Κυριάκος;
Ρ.Κ.: Είχε πολύ ξάστερο μυαλό και γνώριζε τι πραγματικά
συνέβαινε στο Κυπριακό. Έλεγε ότι πριν τις εκλογές στην Αγγλία θα
προσπαθούσαν να δώσουν μιαν οποιαδήποτε λύση.
Κ.Ι.: Μιλάμε για το 1958.
Ρ.Κ.: Ναι. Συζητούσε μάλιστα για το τι θα γινόταν μετά
τον Αγώνα. Έ-
λεγε ότι όλοι θα προσπαθούσαν να πάρουν θέσεις κι εξουσίες. "Τι
λες, θα κάνω κι εγώ το ίδιο ή θα αποσυρθώ και θα ασχολούμαι με τη
Γεωπονική;" Κι εγώ του είπα: "Δεν είσαι απ' αυτούς που
θ' αποσυρθούν. Θ' αναμιχθείς ενεργά στα κοινά". Και μου απάντησε
"Αν ζω".
Κ.Ι.: Πάντοτε είχε κατά νου το ''Αν ζω".
Ρ.Κ.: Φυσικά. Οι καταστάσεις ήταν πραγματικά δύσκολες.
Κ.Ι.: Θυμάστε τι άλλα σας έλεγε γύρω από το εθνικό θέμα;
Ρ.Κ.: Ήξερε ότι η λύση δεν θα ήταν αυτή που θα θέλαμε.
Είχε την ελπίδα ότι θα ήταν μια λύση όπως το λέει στο "Όλοι
έχουμε δίκαιο", ότι όλοι που ζουν εδώ, θα είναι περήφανοι να
δουλεύουν τη γή και να ζούν με αξιοπρέπεια. Δεν νομίζω ότι προέβλεπε
ότι οι Τούρκοι θα έκαναν αυτά τα πράγματα.
Κ.Ι.: Εννοείτε το 1974;
Ρ.Κ.: Ναι. Πίστευε πως απλώς θα μας έδιναν μια λύση ακρωτηριασμένη,
αλλά, σ' ένα κράτος στο οποίο θα μπορούσαν να λειτουργήσουν οι δημοκρατικοί
θεσμοί και το δίκαιο θα μπορούσε τελικά να επικρατήσει. Έγραφε σχετικά:
"Να γιατί δεν νοιάζομαι αν τη γη αυτή τη ζουν Τούρκοι για Έλληνες,
εκείνο που έχει αξία είναι να τη ζουν αυτοί που την ποτίζουν με
τον ιδρώτα τους, και να περπατούν ελεύθεροι πάνω της, διαφεντευτές
της, κυρίαρχοί της, να αναπνέουν περήφανοι τον αέρα της, αέρα δροσιάς,
ομορφιάς, λεβεντοσύνης, όχι πνίχτης".
Κ.Ι.: Συγκλονιστικό κομμάτι.
Ρ.Κ.: Πίστευε πως θα ήταν κάτι τέτοιο, αξιοπρεπές. Και
νομίζω πραγματικά και ο ίδιος προσανατολιζόταν, αν ζούσε, να είναι
κι αυτός αναμεμιγμένος στα κοινά.
Κ.Ι.: Θυμάστε τίποτε άλλο για τα εθνικά; Για τον Αγώνα
τι έλεγε; Μήπως είχε άλλες απαιτήσεις από τους αγωνιστές;
Ρ.Κ.: Εμείς ήμασταν αγωνιστές. Νομίζω ότι ένοιωθε ότι τον
είχαν απομονώσει λίγο με το να τον βάλουν στην Κερύνεια τομεάρχη.
Ότι έπρεπε να τον βάλουν σε πόστα απ' όπου μπορούσε να δράσει καλύτερα,
διότι,
όπως ξέρετε, η Κερύνεια ήταν γεμάτη Άγγλους και η δράση της ΕΟΚΑ
γινόταν δύσκολη. Έτσι, νομίζω, ένοιωθε κάποια πικρία κι έλεγε ότι
έπρεπε να βρίσκεται κάπου όπου θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη δράση.
Κ.Ι.: Μα είχε μεγάλη δράση.
Ρ.Κ: Ναι, αλλά ένοιωθε ότι ήταν κάπως απομονωμένος
από μέρη όπου
η δράση θα ήταν μεγαλύτερη.
Κ.Ι.: Να δούμε τώρα λίγο τη φιλολογική συζήτηση που είχατε
μαζί του;
Ρ.Κ.: Του άρεσε πολύ ο Κ. Παλαμάς, ιδιαίτερα Ο Δωδεκάλογος
του Γύφτου, τον οποίο και διαβάζαμε μαζί. Επίσης Η Ασάλευτη Ζωή
και μάλιστα το πρώτο ποίημα για ένα άγαλμα το οποίο τελειώνει ως
εξής:
Κι εγώ αποκρίθηκα,ας περάσω, κι ας πεθάνω από τ' αθάνατα όλα μπορεί
ν' αξίζει πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου.
Αυτό τον τελευταίο στίχο "από τ' αθάνατα όλα", τον τόνιζε
ιδιαίτερα. Βασικά, με τη βοήθεια εκείνου προσπάθησα να εισχωρήσω
στη μαγεία του Παλαμά. Δεν μπορώ να πω ότι είναι ο αγαπημένος μου
ποιητής. Εκτός από Παλαμά μιλούσαμε για Ιωάννη Πολέμη, τον Ι. Γρύπαρη.
Εγώ ακόμα δεν είχα εμβαθύνει στο Σεφέρη και τον Καβάφη. Εκεί στρέφονταν
οι συζητήσεις μας. Μιλούσαμε για την Ελληνική γλώσσα, τη γραμματική.
Εγώ είχα προοδευτικές απόψεις για τη δημοτική και την απλοποίηση
της γλώσσας.
Κ.Ι.: Ο Κυριάκος τι απόψεις είχε;
Ρ.Κ.: Δεν εξέφρασε ποτέ άποψη. Αντίθετα έλεγε ότι του διέφευγαν
μερικά σημεία της γραμματικής και ήθελε να τη ξαναδιαβάσει. Δυστυχώς
δεν πρόλαβε. Κάναμε ακόμα, πολλές φορές, φιλοσοφικές συζητήσεις
για το θάνατο, για τη ζωή, για το αν είναι τρελλοί όσοι αγωνίζονται
και θυσιάζουν τη ζωή τους, για την πατρίδα. Είπε: ''Είμαστε τρελλοί
εμείς". Κι εγώ του αντέταξα πως όχι: "Εσύ θεωρείς πολύ
σημαντική τη ζωή και δεν μπορείς να τη χαραμίζεις ζώντας κάτω από
ξένη κατοχή".
Αυτό του άρεσε πολύ και συμφώνησε. Κάναμε κι άλλες ακαδημαϊκές συζητήσεις,
κατά την περίοδο της εκεχειρίας, όταν υπήρχε πλήρης απραξία. Ενέδρες
δεν γίνονταν, απλώς γράφαμε φυλλάδια που πολυγραφούσαμε επί τόπου
και τα έπαιρνα εγώ.
Κ.Ι.: Συνέτασσε και ο Κυριάκος φυλλάδια;
Ρ.Κ.: Ναι, αρκετές φορές. Άλλες φορές μας έφερναν κείμενα.
Επίσης γράφαμε επιστολές σε ανθρώπους που δεν τηρούσαν την παθητική
αντίσταση, λίγο απειλητικές.
Κ.Ι.: Επιστολές που εφιστούσαν την προσοχή;
Ρ.Κ.: Ναι. Έγραφα πολλές τέτοιες επιστολές.
Κ.Ι.: Τις ήλεγχε ο Κυριάκος;
Ρ.Κ.: Όχι. Μου έλεγε γράψε σ' αυτόν που κάνει αυτό
κι αυτό. Μου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη.
Κ.Ι.: Είχες καταλάβει ότι ήταν ο Κυριάκος Μάτσης; Ή ήταν
πάντοτε ο κ. Νίκος;
Ρ.Κ.: Αργότερα μου είπε ότι τ' όνομά του ήταν Κυριάκος,
ότι καταγόταν από το Παλαιχώρι, αλλά το επίθετό του δεν μου το είπε.
Πολύ αργότερα, στα τελευταία, έμαθα ότι λεγόταν Μάτσης. Άλλωστε
δεν είχε σημασία. Όταν αποφυλακίστηκα του είπα: "Ελπίζω να
είχες φύγει από το μυστικό κρησφύγετο κατά τη διάρκεια της κράτησής
μου". Μου λέει: "Γιατί;" Του λέω: "Γιατί μπορεί
να με βασάνιζαν και να μιλούσα". Μου λέει: "Δεν ήμουνα
εδώ. Αλλά κι αν ήμουν δεν θα το κουνούσα απ' εδώ. Είμαι σίγουρος
πως δεν θα το έκανες". Αυτό με φόβισε, γιατί δεν είχα εμπιστοσύνη
στον εαυτό μου. Ευτυχώς, όμως, δεν με βασάνισαν.
Κ.Ι.: Πίστευε στο Θεό ο Κυριάκος;
Ρ.Κ.: Νομίζω ναι. Μια φορά που τον ρώτησα, δεν μου απάντησε.
Του είπα: "Τράβηξε την αλυσίδα σου να δούμε τι έχει στην άκρη".
Πραγματικά είχε ένα σταυρό. Νομίζω ότι ήταν περίεργη η στάση του
προς το Θεό. Πίστευε, οπωσδήποτε, δεν ήταν όμως θρησκευόμενος.
Κ.Ι.: Θρησκόληπτος μήπως;
Ρ.Κ.: Ήταν πολύ υγιής η στάση του.
Κ.Ι.: Έχει μεγάλη σημασία αυτό, ξέρετε.
Ρ.Κ.: Σε μια άλλη περίπτωση του είχα χαρίσει τους Ψαλμούς
του Δαυίδ. Μετά από μια ενέδρα, όταν κρύφτηκαν στο κρησφύγετο -
νομίζω περιγράφω την περίπτωση αυτή στο Κρησφύγετο του Φουντζιού
- διάβαζε τους ψαλμούς του Δαυίδ, ιδιαίτερα τα σημεία που αναφέρονται
στην καταδίωξή του. Κι έπαιρνε κουράγιο από τις περικοπές αυτές.
Κ.Ι.: Το "Κρησφύγετο του Φουντζιού", τι ήταν;
Ρ.Κ.: Το Φουντζί είναι ένα μεγάλο αγρόκτημα, νοτιοανατολικά
της Κερύνειας. Ανήκε σε Λατίνους - Μαρωνίτες. Ανήκε στο Προξενείο
της Αυστρίας και παρείχε ασυλία. Είχε ελιές, παλιά υπήρχε ένα σαπουνοποιείο.
Όταν χρειάστηκαν κρησφύγετο στην περιοχή, άρχισαν να σκάβουν σε
μια ποταμιά κι έπεσαν πάνω σε αρχαίο τάφο. Το γεγονός αυτό συγκλόνισε
τον Κυριάκο, που το θεώρησε σαν προάγγελο της θυσίας και του θανάτου
του. Όταν ήρθε μου έφερε όλα τα αγγεία που βρέθηκαν εκεί, της γεωμετρικής
περιόδου. Μετά τα έδωσα στο Γιαννάκη Μάτση και σε μερικούς άλλους.
Κράτησα κι εγώ, είχα κάνει βιτρίνα και τα έβαλα μέσα.
Κ.Ι.: Ήταν σχεδόν αρχαιολογική ανασκαφή.
Ρ.Κ.: Ήταν περίπου 30-40 κομμάτια, ανάμεσά τους και μερικά
πολύ μεγάλα. Ήταν ένας ωραίος αμφορέας περίπου 1 μέτρο, και άλλοι
μικρότεροι, και άλλα πιο μικρά κομμάτια.
Κ.Ι.: Συνέχισαν και τέλειωσαν το κρησφύγετο;
Ρ.Κ.: Ναι. Και πολλές φορές το χρησιμοποίησαν μετά από
ενέδρες. Μια απ' όλες είναι αυτή που περιγράφω στο Κρησφύγετο του
Φουντζιού. Αφορμή μου έδωσε η γνωριμία και συνεργασία με τον Κυριάκο
να γράψω το εντελώς φανταστικό μυθιστόρημα Τα τετράδια της αδελφής
μου. Αρκετά πράγματα που περιγράφω στο πρώτο μου αυτό μυθιστόρημα
του 1967, είναι παρμένα από την προσωπικότητα και τις συζητήσεις
που είχαμε με τον Κυριάκο Μάτση. Μ' όλο που το έργο είναι φανταστικό,
δηλαδή η ηρωίδα δεν έχει καμμία σχέση με μένα.
Κ.Ι.: Σαν προσωπικότητα, πώς θα περιγράφατε τον Κυριάκο;
Το χαρακτήρα, το ήθος, το δυναμισμό του;
Ρ.Κ.: Για μένα ήταν ένας πάρα πολύ δυναμικός άνθρωπος.
Πολύ πατριώτης και πολύ ικανός. Επίσης ήταν ένας μεγάλος στοχαστή
ς και πολύ ευαίσθητο άτομο. Αν είχε καλές φιλολογικές βάσεις ίσως
θα έγραφε πολύ αξιόλογα πράγματα. Είμαι σίγουρη πως αν ζούσε θα
έκανε μεγάλα πράγματα. Εκείνο που έβρισκα εγώ ήταν ότι είχε αρκετά
συντηρητικές ιδέες όσον αφορά τη γλώσσα. Ήταν ένας συντηρητικός
Κύπριος. Μη ξεχνάτε πως κι εγώ ήμουν γυναίκα κι οι Κύπριοι, ειδικά
της δεκαετίας του 1950 και του 1960, ήθελαν τη γυναίκα κάπως συμμαζεμένη,
οικοκυρά και σύζυγο. Εκείνο τον καιρό ήμουν εναντίον του γάμου γι'
αυτό και κάναμε πολλές συζητήσεις. Δεν έβλεπα τα πράγματα με τόσο
συντηρητισμό.
Ο Κυριάκος ήταν πολύ καλός συζητητής κι όταν αποδείκνυες κάτι το
δεχόταν. Δεν ήταν απόλυτος. Επίσης, ήθελε να προστατεύει τους συναγωνιστές
του.
Κ.Ι.: Τι εννοείτε;
Ρ.Κ.: Το ότι είπε στους συναγωνιστές του στο κρησφύγετο
του Δικώμου
να φύγουν και να μείνει μόνος.
Κ.Ι.: Όπως κι ο Αυξεντίου.
Ρ. Κ.: Ναι. Σε μια περίπτωση, όταν τον έπαιρνα
από το σπίτι μου στο σπίτι του Χρήστου Μουρούζη, καθώς περνούσαμε
περπατητοί έξω από το Γυμνάσιο, μου είπε: "Αν συμβεί κάτι,
να πας πίσω μου να σε προστατέψω". Του λέω: "Γιατί να
με προστατέψεις, κι οι δύο αγωνιστές είμαστε. Θα σταθούμε μαζί να
το αντιμετωπίσουμε". Θυμάμαι πως θύμωσα. Ήμουνα στην άγρια
ηλικία των 18-20 χρόνων. Μετά κατάλαβα πως δεν τόκανε για να με
υποτιμήσει, αλλά γιατί ήθελε να προστατεύει τους άλλους.
Κ.Ι.: Από αγάπη και φροντίδα.
Ρ.Κ.: Ναι, ναι.
Κ.Ι.: Για την Ελλάδα τι έλεγε ο Κυριάκος;
Ρ.Κ.: Βασικά ήταν ελληνολάτρης, αγαπούσε την Ελλάδα. Νομίζω
πως λυπόταν πολύ για την τροπή που έπαιρνε ο Αγώνας. Για το γεγονός
ότι δεν θα γινόταν η Ένωση. Ήταν όμως αρκετά ρεαλιστής για να παραδεχθεί
πως η Ένωση με την Ελλάδα ήταν ανέφικτη.
Κ.Ι.: Για άλλους αγωνιστές μιλούσατε; Για το Γρηγόρη
Αυξεντίου, το Μάρκο Δράκο;
Ρ.Κ.: Για το Γρηγόρη Αυξεντίου μιλήσαμε αρκετά, κυρίως
για την περίοδο που έκαναν εκπαίδευση στην Ελλάδα.
Κ.Ι.: Πώς αντιμετώπιζε τη θυσία του;
Ρ. Κ.: Έλεγε πως ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι
αυτός ο αγώνας δεν θα περνούσε χωρίς θυσίες κι ότι έπρεπε να υπάρχουν
άνθρωποι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους.
Κ.Ι.: Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο Κυριάκος Μάτσης, ο Μάρκος
Δράκος, είναι στις κορυφογραμμές του Αγώνα.
Ρ.Κ.: Εκείνο τον καιρό δεν το βλέπαμε έτσι. Απλώς ήταν
ένας αγώνας κι ήμαστε όλοι μέσα στη φωτιά. Φυσικά, λέγαμε, ότι ο
Γρηγόρης Αυξεντίου έφυγε σαν παλληκάρι, αλλά, δεν είχαμε το χρόνο
για τέτοιες συζητήσεις.
Κ.Ι.: Θάταν καλό να μας δώσετε το κλίμα της εποχής. Τι
ήταν εκείνο που σας ενέπνευσε να γράψετε το Κρησφύγετο του Φουντζιού;
Ρ.Κ.: Κατ' ακρίβεια εκείνο τον καιρό είχα τελειώσει ένα
μυθιστόρημα κι ο Κυριάκος είπε: "Θα γράψω κι εγώ ένα διήγημα".
Είχα τελειώσει το πρώτο σχεδίασμα της Βυζαντινής Διλογίας, που βασικά
το έγραψα μετά μανίας μέσα στη φυλακή, μαζί με τα Βουνά της Τραμουντάνας.
Όταν βγήκα, είχα ολοκληρωμένο το κείμενο και όταν είπα στον Κυριάκο
το τέλος, είπε: "Θα γράψω κι εγώ για το Φουντζί, όπου βρήκαμε
τον τάφο". Κι έγραψε 2-3 σελίδες που μου τις έδωσε μετά. Όταν
τον σκότωσαν σκέφτηκα να γράψω κάτι γι' αυτό.
Κ.Ι.: Τι άλλα στιγμιότυπα θυμάστε από τον Κυριάκο; Κουβέντες,
σκηνές που ζήσατε μαζί.
Ρ.Κ.: Του άρεσε να ζει στο αγρόκτημα κι έκανε πολύ παρέα
με τη μητέρα μου.
Κ.Ι.: Ίσως επειδή ήταν γεωπόνος κι αγαπούσε τη γη.
Ρ.Κ.: Ναι. Αλλά καθόταν ώρες με τη μητέρα μου. Μάλιστα
τη βοηθούσε στην κουζίνα, καθαρίζοντας φασολάκια, λουβί, όταν εγώ
έπρεπε να μεταφέρω πράγματα ή οπλισμό. Εκείνος περίμενε πολλές ώρες.
Το αληθινό του όνομα το έμαθα, γιατί ένας αδελφός μου ονομαζόταν
Κυριάκος κι επειδή ήταν άτακτος, η μητέρα μου φώναζε συνέχεια: "Κυριάκο,
Κυριάκο". Ο Κυριάκος Μάτσης ξαφνιαζόταν. Μια μέρα του λέω:
''Γιατί ξαφνιάζεσαι;" Και μου απάντησε: "Μα το όνομα μου
δεν είναι Νίκος, είναι Κυριάκος". Έκανε καλή παρέα με τη μητέρα
μου. Είχε και το παράπονο ότι δεν είχε αδελφές κι επειδή ήταν ο
μεγαλύτερος απ' τ' αδέλφια του χρειαζόταν πολλές φορές να τα νταντεύει.
Κ.Ι.: Είχε τρυφερότητα μέσα του;
Ρ.Κ.: Νομίζω πως ήταν πάρα πολύ ευαίσθητος. Καλές σχέσεις
είχε με τη θεία μου Μαρία, αδελφή του πατέρα μου, που έμενε στο
σπίτι της Ελένης Καρεφυλλίδου. Η Ελένη Καρεφυλλίδου ήταν μητέρα
της - και της αφιέρωσε και το: "Μου χάρισες καλή μου Δέσποινα".
Η θεία μου του είχε χαρίσει μια εικονίτσα.
Κ.Ι.: Κι έγραψε το γνωστό ποίημα.
Ρ.Κ.: Ναι. Ήταν μέσα στα χειρόγραφα που μου έδωσε. Αρχίζει:
"Μου χάρισες καλή μου Δέσποινα της Παναγιάς την εικονούλα".
Επίσης έγραψε ένα άλλο ποίημα: "Μόνη ομορφιά", με τις
λέξεις που χρησιμοποίησα σ' ένα άλλο ποίημά μου. Αυτό δείχνει την
ευαισθησία του. Κάτι άλλο που θυμούμαι, ήταν πως ήταν πολύ στεναχωρημένος
πριν φύγει. Ήξερε πως πήγαινε σε δύσκολες περιοχές. Δεν είχε άλλη
εκλογή. Αν έμενε στο κρησφύγετο εκείνο δεν θα τον έπιαναν. Αν έμενε
δηλαδή στην Κερύνεια.
Κ.Ι.: Ποιος έδωσε τις οδηγίες για να φύγει;
Ρ.Κ.: Είχε προβλήματα το Μπέλλαπαϊς - Δίκωμο. Ακόμα και
στο Μπέλλαπαϊς, αν έμενε, δεν θα πιανόταν. Απόδειξη, ο νεαρός από
το Τριμίθι, που πήγε μαζί του στο κρησφύγετο του Μπέλλαπαϊς, έμεινε
εκεί 17 μέρες κρυμμένος και δεν τον βρήκαν. Φυσικά, όταν βγήκε ο
άνθρωπος ήταν πολύ ταλαιπωρημένος, όμως επέζησε και ζει ακόμα. Πριν
φύγει στις 2 του Νιόβρη, του βρήκα ένα ποίημα που αγαπούσε πολύ,
Τα ερημοκλήσια του Πορφύρα.
Είναι στα ερημοκλήσια
που κρεμίζονται
θλιμμένες Παναγιές...
Αυτό το ποίημα πολύ τον συγκίνησε. Πιστεύω πως είχε ψυχή ποιητή.
Κ.Ι.: Είχε παιδικότητα μέσα του ο Κυριάκος;
Ρ.Κ.: Με ποια έννοια;
Κ.Ι.: Της αθωότητας.
Ρ.Κ.: Όχι δεν νομίζω. Ήταν ένας άνθρωπος που τον χαρακτήριζε
τρομερή ευαισθησία. Ευαισθησία, αγάπη πρός την πατρίδα, επιθυμία
να αγωνιστεί γι' αυτή την πατρίδα και τα χώματά της, που αγαπούσε
πολύ. Επίσης είχε μια τάση φιλοσοφική. Προβληματιζόταν πολύ και
φιλοσοφούσε.
Κ.Ι.: Φαίνεται άλλωστε και από τα κείμενά του.
Ρ.Κ.: Δεν μπόρεσα να το εξακριβώσω, αλλά πιστεύω ότι του
άρεσε η φύση. Απλώς, όταν τον γνώρισα διαρκώς κρυβόταν, επειδή ήταν
καταζητούμενος. Μου έλεγε ότι είχε κάμει τρομερές πεζοπορίες κι
όταν εγώ πήγαινα εκδρομές με την παρέα μου και του περιέγραφα τις
εντυπώσεις μου, φαινόταν ότι του άρεσε και με κάποιο τρόπο ζήλευε
που δεν μπορούσε κι εκείνος να πηγαίνει μαζί μας. Την τελευταία
φορά που έφυγε από το Μπέλλαπαϊς για το Δίκωμο κι έκανε εκείνη την
πεζοπορία, σε μια επιστολή του μου έγραψε: "Έσμιξα με το βουνό",
πράγμα που σημαίνει ότι του άρεσε πολύ.
Κ.Ι.: Ως γυναίκα πώς σας αντιμετώπιζε; Με συγχωρείτε
για την ερώτηση.
Ρ.Κ.: Όχι, γιατί; Οπωσδήποτε δεν ήμουν από τις γυναίκες
που γνώριζε. Γεννήθηκα στο αγρόκτημα κι ήμουν το πρώτο παιδί της
οικογένειας.
Κ.Ι.: Το πρώτο από πόσα;
Ρ.Κ.: Από τρία. Ήμουνα η πιο μεγάλη. Ο πρώτος γεννήθηκε
μετά από πεντέμισι χρόνια κι ο δεύτερος μετά από επτά. Κατά κάποιο
τρόπο, κουμάνταρα την οικογένεια, παρ' όλο που ο πατέρας μου ήταν
πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Είχαμε ομηρικούς καυγάδες με τον πατέρα
μου, γιατί μοιάζαμε βασικά. Ουδέποτε υπολόγισα ότι σαν γυναίκα έπρεπε
να είμαι μαζεμένη. Αντίθετα, σηκωνόμασταν πρωί, αρμέγαμε τις αγελάδες
κι έπρεπε να διανέμω το γάλα με το ποδήλατο. Ο καθένας είχε τη δική
του γειτονιά. Μετά πήγαινα στο σχολείο. Στο σχολείο ήμουνα πολύ
δραστήρια. Έπαιρνα μέρος σ' όλα τα θεατρικά και δεν συμμεριζόμουν
την άποψη που είχε ο Κυριάκος από το χωριό και το αστικό περιβάλλον
της Αμμοχώστου, ότι οι κοπέλλες έπρεπε να ήταν συνεσταλμένες.
Κ.Ι.: Αυτό τον σόκαρε;
Ρ.Κ.: Ίσως αυτό να του προκάλεσε απορία ή προβληματισμό.
Δεν ξέρω. Τελικά μου συμπεριφερόταν σαν ίσος προς ίσο. Νομίζω πως
η πρώτη μας σύγκρουση ήταν κατά τη διάρκεια του επεισοδίου που σας
ανάφερα, όταν μου πρότεινε να με προστατέψει και αντέδρασα. Διαπίστωσα
αρκετές φορές την απορία του. Μια μέρα ήρθε αναπάντεχα στο σπίτι
μας και με γύρεψε, κι η μητέρα μου του είπε πως ήμουνα στο Σύλλογο
Αποφοίτων για το ανέβασμα του Αρχοντοχωριάτη του Μολιέρου. Τότε
σκηνοθετούσα και πρωταγωνιστούσα ταυτόχρονα. Κι εκείνος της είπε
"Μα την αφήνεις να γυρίζει μόνη της τέτοια ώρα;" Κι η
μητέρα μου του απάντησε: "Της έχω εμπιστοσύνη". Αυτό τον
έκανε ν' απορεί. Για τα δεδομένα της εποχής, ακόμα και της επόμενης
γενιάς, η ανατροφή και η αντιμετώπιση της οικογένειάς μου είχε σαν
βάση την ισότητα. Έκανα βαριές χειρωνακτικές δουλειές. Δούλευα με
τους εργάτες στον καθαρισμό των στάβλων κι ουδέποτε μου είπαν ότι
σαν κορίτσι δεν έπρεπε να τις κάνω. Ούτε κι ένοιωθα διαφορετικά.
Νομίζω πως αυτό τον σύγχιζε. Τελικά το ξεπέρασε. Ήμασταν καλοί συναγωνιστές
και μου είχε εμπιστοσύνη.
Κ.Ι.: Το ψευδώνυμο σας τι ήταν;
Ρ.Κ.: Είχα διάφορα κατά καιρούς. Όπως "Γοργέας".
Κ.Ι.: Από πού, και πώς γράφεται;
Ρ.Κ.: Από το γοργός, γιατί πάντα έτρεχα. Το έγραφα πάντα
με έψιλον. Ο Κυριάκος, που ήταν μόνος του αρκετές ώρες, μου ζητούσε
να καθήσω να μιλήσουμε, κι εγώ έλεγα ότι ήμουνα βιαστική. Και μ'
έβγαλε "Γοργέα".
Κ.Ι.: Είχατε κι άλλο;
Ρ.Κ.: Είχα πολλά. Δεν τα θυμάμαι αυτή τη στιγμή.
Κ.Ι.: Ύστερα από τόσα χρόνια, όταν γυρίζετε πίσω, ποια
είναι τα χαρα-
κτηριστικά στιγμιότυπα που θυμάστε από τον Κυριάκο;
Ρ.Κ.: Πρέπει να πω πως το πέρασμά του σημάδεψε
τη ζωή μου, γιατί ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Κι ο ηρωικός
του θάνατος συγκλονιστικός. Η σχέση μας ήταν πολύ ανθρώπινη. Και
τώρα που λέγονται και γράφονται τόσα για τον ήρωα Κυριάκο, νοιώθω
κάπως παράξενα. Θέλω να τον θυμάμαι πάντα σαν ένα πολύ καλό άνθρωπο
και συναγωνιστή κι όχι σαν απόμακρο ήρωα με την κρύα αίσθηση του
μαρμάρου ή του ανδριάντα. Πάντοτε έτσι τον θυμάμαι' ένα ζεστό άνθρωπο,
στον οποίο είχες εμπιστοσύνη, στον οποίο μπορούσες να στηριχτείς
και να του μιλήσεις. Δεν ήταν απόμακρος, είχε και τις ευαισθησίες
του και τις αδυναμίες του κι αυτό σ' έκανε να τον εκτιμάς περισσότερο.
Κ.Ι.: Τι αδυναμίες είχε;
Ρ.Κ.: Ανθρώπινες γενικά.
Κ.Ι.: Είχα διαβάσει κάπου ότι τις τελευταίες του στιγμές
είπε σ' έναν από τους συναγωνιστές του: "Τη Θεοδώρα θα την
αγαπώ πάντα. Πές της ότι την αγαπώ". Ξέρετε ποια είναι η Θεοδώρα;
Ρ.Κ.: Μπορεί να υποπτευθώ, αλλά δεν είμαι σίγουρη.
Κ.Ι: Δηλαδή;
Ρ.Κ.: Δεν είμαι σίγουρη.
Κ.Ι.: Ποιαν υποψιάζεστε;
Ρ.Κ.: Δεν μπορώ να την πω. Μπορεί να είναι εκείνη, μπορεί
νάναι άλλη. Ξέρω πως είχε μια παροδική σχέση στο Κάρμι με μια κοπέλλα
που μετανάστευσε στην Αυστραλία. Δεν μπορώ να ξέρω. Για κείνη στο
Κάρμι μπορώ να πω, γιατί έγραψε κι ένα ποίημα που, δυστυχώς, δεν
διασώζεται. Πολύ καλό ερωτικό ποίημα.
Κ.Ι.: Αγάπησε την κοπέλλα εκείνη;
Ρ.Κ.: Όχι, νομίζω ήταν παροδική σχέση.
|